Search
Close this search box.

Μια νεαρή γυναίκα στη Γορτυνία συνεχίζει την παράδοση της κωδωνοποιίας

Aπό τον ΝΙΚΟ ΚΟΚΚΑ – travel.gr

Ένας ήχος γνώριμος, χαιρετισμός αλλά και ταυτότητα, προειδοποίηση και μαρτυριάρικη νότα, οι κουδούνες που κρέμονται από το λαιμό των δεσποζόμενων ζώων, προβάτων, κατσικιών, αλλά και μεγαλύτερων θηλαστικών καθώς βόσκουν ελεύθερα στα ελληνικά βουνά και λαγκάδια, ταυτίζεται απόλυτα με τη βουκολική πλευρά της ζωής στην επαρχία εδώ και αιώνες.

Η Κυριακή Κιντή με περιμένει μπροστά από το, ιδανικό για αυτά τα μέρη, 4×4 στην άκρη του δρόμου στην περιοχή του Αγίου Αθανασίου, λίγο έξω από τα Τρόπαια, στη Γορτυνία. Με πλατύ χαμόγελο, φορώντας ένα ανοιχτόχρωμο πεντακάθαρο αθλητικό ζακετάκι και με τα μαλλιά της επιμελώς μαζεμένα πίσω, φανερώνει αμέσως την πολύ νεαρή ηλικία της. Αφήνω το δικό μου, λίγο πιο «καλομαθημένο» αυτοκίνητο στο σημείο και ανεβαίνουμε την απότομη χωμάτινη ανηφόρα μέχρι το κτήμα της οικογένειάς της, λίγες δεκάδες μέτρα πιο ψηλά, με το δικό της.

Είναι νωρίς το απόγευμα και το χλωμό φως του φθινοπωρινού ήλιου, είναι αρκετό για να φωτίσει το σύμπλεγμα των χαμηλών κτισμάτων, από τη στάνη μέχρι το εργαστήριο. Ο πατέρας της, Βασίλης Κιντής, είναι ήδη στην πόρτα καλωσορίζοντας τον ξαφνικό επισκέπτη εγκάρδια και ζεστά.

«Εργαστήριο Παραδοσιακής Κωδωνοποιίας» γράφει η λιτή λευκή πινακίδα στην είσοδο, φανερώνοντας την ενασχόλησή τους με μια τέχνη παλαιά όσο και χρήσιμη. Το ευρύχωρο δωμάτιο είναι, με την πρώτη ματιά, γεμάτο υπέροχες εικόνες και στοιχεία της διαδικασίας αλλά και του αποτελέσματος της δουλειάς που συντελείται εδώ.

Πάγκοι γεμάτοι με ομοιόμορφα κομμένες φέτες λαμαρίνας, τακτικά τοποθετημένες σε διαφορετικά μεγέθη, ανάλογα στο κουδούνι που θα δημιουργηθεί, έτοιμα κουδούνια, διαφορετικών σχημάτων και μεγεθών κρέμονται από δοκάρια της οροφής αλλά και στους τοίχους, καταλαμβάνοντας σχεδόν κάθε ελεύθερο χώρο αλλά και καφάσια με υπό κατασκευή μεταλλικά κελύφη, περιμένοντας το επόμενο στάδιο επεξεργασίας τους.

Δεκαεπτά στάδια χειρονακτικής εργασίας υπόκεινται τα κουδούνια μέχρι να είναι έτοιμα να παραδοθούν στον ιδιοκτήτη τους. Ο πατέρας της Κυριακής, ο Βασίλης, ξεκίνησε ως αυτοδίδακτος να φτιάχνει κουδούνια επηρεασμένος από τεχνίτες που συνάντησε σε ταξίδια του στην Άμφισσα, διάσημο τόπο κωδωνοποιών. Από το 2007 έστησε την επιχείρηση εδώ, στον Άγιο Αθανάσιο, κληροδοτώντας την αγάπη του για την τέχνη στην κόρη του Κυριακή, η οποία πλέον εργάζεται σχεδόν αυτόνομα. Σε μεγάλες παραγγελίες δουλεύουν βέβαια μαζί αφού η δουλειά είναι χρονοβόρα και λεπτή ως προς το επιθυμητό αποτέλεσμα και οι παραγγελίες πολλές.

Το καμίνι έχει αρχίσει να φουντώνει τα κάρβουνα που έχουν τοποθετηθεί μπροστά από τη χοάνη του αέρα, οι πρώτες σπίθες χορεύουν πάνω από τη φωτιά, η Κυριακή κρατά με τη λαβίδα το μεταλλικό αντικείμενο που έχει αρχίσει να μοιάζει με κουδούνα, γερά μέσα στην υψηλή θερμοκρασία, το χρώμα της φλόγας ιριδίζει καθώς έχει αρχίσει να πυρώνει το μέταλλο.

Περίπου δύο ώρες και δύο άτομα να εργάζονται ταυτόχρονα χρειάζεται ένα μικρό πλακέ κουδούνι, ένα «τσοκάνι» όπως ονομάζεται, για να είναι έτοιμο. Έως και δύο ημέρες χρειάζονται αντίστοιχα για ένα μεγάλο κουδούνι, έως και δυόμισι κιλά βαρύ, μια «μπίπα». Αμόνια και καλούπια σε διάφορα σχήματα βρίσκονται διάσπαρτα στο χώρο, το καθένα για διαφορετική δουλειά. Οι παραγγελίες ξεκινούν από 20-30 κομμάτια και φθάνουν έως ακόμη και τα 100. Έχοντας στο νου το σημαντικότερο στοιχείο των κουδουνιών για κάθε παραγγελία, τον ομοιόμορφο ήχο, η τέχνη στο σφυρηλάτημα είναι ιδιαίτερη, δύσκολη και μαθαίνεται με τα χρόνια και την εμπειρία.

Ο κάθε τσοπάνης αναγνωρίζει τα δικά του ζώα από τον συγκεκριμένο ήχο που κάνει το κουδούνι που φορούν προσδίδοντάς του και μια αισθητική αγαλλίαση. Έτσι, γνωρίζει που βρίσκονται όταν δεν τα βλέπει, όταν ενοχλούνται από κάποιον εχθρό, όταν κινδυνεύουν, όταν χάνονται από το κοπάδι, όταν έχει εισχωρήσει κάποιο ζώο από άλλο κοπάδι στο δικό τους, όταν ξύνονται, όταν μαλώνουν μεταξύ τους, ακόμη και όταν πίνουν νερό. Η ποιότητα του κουδουνιού μετριέται κυρίως από την ποιότητα του ήχου αλλά και από την ανθεκτικότητα στο χρόνο.

Η Κυριακή αναλαμβάνει και επισκευές, αφού μετά από περίπου δέκα χρόνια, ανάλογα στη χρήση και τη συντήρηση από τον εκάστοτε ποιμένα, η σκουριά και η υγρασία αλλάζουν τον ήχο, ακόμη και ανεπαίσθητα, οδηγώντας τους στην ανάγκη επισκευής. Η Κυριακή έχει τύχει να επισκευάσει/συντηρήσει μέχρι και εκατό ετών κουδούνα. Τα τραγιά μπορούν να φορούν ακόμη και δυόμιση κιλά κουδούνι στο λαιμό τους, με δερμάτινο ή και ξύλινο περιλαίμιο, για μερικές ημέρες, μέχρι να μεταφερθεί σε άλλο ζώο και πάλι για λίγες ημέρες.

Κουδούνια φορούν τα ζώα μόνο την άνοιξη και τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν βόσκουν ελεύθερα στη φύση, αφού το χειμώνα μένουν σταβλισμένα κυρίως και σε περιορισμένες και οπτικά ελεγχόμενες τοποθεσίες. Η ερώτησή μου δεν ήταν αυθόρμητη, αφού για χρόνια έχω την απορία αν αυτό το συνεχές κουδούνισμα κάτω από το πηγούνι αλλά ακόμη και το βάρος ενός κουδουνιού δεν είναι ενοχλητικό για τα ζώα. «Τα βλέπεις να νιώθουν μια υπερηφάνεια όταν τους φοράς ένα κουδούνι, αλλάζουν χαρακτήρα, φεύγουν από κοντά σου για να διατυμπανίσουν το «κόσμημά» τους στο υπόλοιπο κοπάδι, σαν κάποιου είδους παράσημο. Είναι δύσκολο να το αφαιρέσεις από κάποια ζώα αφού το νιώθουν δικό τους», μου εξηγεί ο Βασίλης Κιντής.

Η Κυριακή συνεχίζει να σφυρηλατεί ένα πλακέ κουδούνι, ένα «τσοκάνι» καθώς περιφέρομαι στο χώρο κοιτώντας κάποια πολύ όμορφα μεγάλα μακρουλά, τα «ζακυνθινά», μια ομάδα κλασικών μικρών στρογγυλών, τις «γουργούρες» όπως τις ονομάζουν εδώ αλλά είναι γνωστές ως «πεταλίδες» στην Κρήτη, κάποια «δημητσανίτικα», ή «ιωαννίτικα» αλλά και μια τεράστια «μπίπα» η οποία θυμίζει κουδούνι αγελάδας σε συσκευασία γνωστής εισαγόμενης σοκολάτας αλλά και μικρότερη σε μια άλλη, γελαστή και τυρένια. Μπουζούκες, κλαπακιόρες, μεσοκούδουνα, κριαροκούδουνα, γαλαροκούδουνα, λαγαροκούδουνα, αρνοκούδουνα, χλιβεράκια και πολλές άλλες ονομασίες δίδονται ανάλογα στη χρήση αλλά και τον κάθε τόπο της χώρας μας.

Έχοντας στα ρουθούνια ακόμη τη μεταλλική μυρωδιά από το κωδωνοποιείο, τη θέρμη από το καμίνι, το σκληρό ήχο στα αυτιά του περίτεχνου χτυπήματος με το σφυρί στο αμόνι μέχρι να βρεθεί η τέλεια νότα, λίγο πριν πέσει το φως εντελώς, περπατούμε προς το ποιμενοστάσιο, λίγα μέτρα πιο πέρα, την ώρα του βραδινού φαγητού για τα ζωντανά.

Ο Γιώργος Σταματόπουλος, με χιούμορ και αστείρευτη ενέργεια φροντίζει ό,τι χρειάζεται, ενώ η μητέρα της Κυριακής, η Μαρία Κιντή ταΐζει με μπιμπερό ένα νεογέννητο ορφανό ερίφιο με φροντίδα μητρική καθώς ο αέρας γεμίζει από τους ήχους των βελασμάτων αλλά και των κουδουνιών του κοπαδιού.

Τέλος Άρθρου
Μετάβαση στο περιεχόμενο