Search
Close this search box.

Από τους βρεφονηπιακούς σταθμούς, στο Πήλιο για να γίνει νέα αγρότισσα

Η οικονομική κρίση που έκανε την εμφάνισή της και επισήμως στα τέλη της δεκαετίας του 2010 έφερε διάφορες απόψεις στο προσκήνιο, με τη μία εξ αυτών να υποστηρίζει ότι οι νέοι είναι τεμπέληδες και δεν πηγαίνουν να δουλέψουν στα χωράφια.

Η πραγματικότητα δείχνει ακριβώς το αντίθετο αφού πολλοί είναι οι νέοι και οι νέες που δραστηριοποιούνται με πολλή όρεξη στον Πρωτογενή Τομέα, αλλά αγκομαχούν να τα βγάλουν πέρα…

Όχι γιατί δεν θέλουν, αλλά γιατί όπως τονίζουν η έλλειψη στήριξης προς τη δραστηριότητά τους είναι χαρακτηριστική. Οι ίδιοι άλλωστε δουλεύοντας τη γη, τα δέντρα και το ζωικό κεφάλαιο υπογραμμίζουν ότι έχουν τη διάθεση να παλέψουν με όλες τους τις δυνάμεις. Τι γίνεται όμως όταν αυτό δεν αρκεί;

Ρεπορτάζ – συνεντεύξεις: Xρυσόστομος Τρίμμης

«Δύσκολο να ζήσεις μόνο από τη γεωργία»

Η Πόπη Γεωργίου επέλεξε να επιστρέψει στο Πουρί Πηλίου όπου γεννήθηκε, από τη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε βρεφονηπιοκόμος, για να γίνει νέα αγρότισσα και να δραστηριοποιηθεί στα οικογενειακά κτήματα, που παράγουν κυρίως μήλα… Προερχόμενη από αγροτική οικογένεια λέει πάντως ότι ισχύει το ρητό «κάθε πέρσι και καλύτερα»!

«Κάποτε όλα ήταν καλύτερα για τους αγρότες. Όμως τα τελευταία χρόνια το να είσαι αγρότης δεν είναι και τόσο εύκολο. Το ότι βρήκα κάποια κτήματα έτοιμα από την από τον πατέρα μου, δίνει μία ώθηση και είμαι ευχαριστημένη. Αλλά οι καιροί δεν είναι οι ίδιοι δυστυχώς και για έναν νέο ή μία νέα είναι αρκετά δύσκολο να ζει μόνο από τη γεωργία, διότι τα έξοδα είναι περισσότερα από τα έσοδα!» περιγράφει…

Σύμφωνα με την Πόπη, η οικονομία στον αγροτικό τομέα δεν είναι η ίδια σε σχέση με προηγούμενες εποχές, αφού το κοστολόγιο έχει ανεβεί στα λιπάσματα και στα φυτοφάρμακα και γενικά σε ό,τι έχει να κάνει με τη δενδροκαλλιέργεια. «Δεν μπορούμε να πούμε για παράδειγμα ότι μια χρονιά δεν θα προχωρήσουμε στην αφορά των σκευασμάτων αυτών, γιατί στο τέλος της καλλιεργητικής περιόδου είναι δεδομένο ότι δεν θα έχουμε σοδειά» εξηγεί. Ωστόσο στέκεται στη σημασία του να είναι κανείς μέλος συνεταιρισμού, όπως η ίδια στη Ζagorin, συμμετέχοντας στη λήψη αποφάσεων για τις τιμές των προϊόντων πχ, ώστε να μπορεί τουλάχιστον να καλύπτει τα έσοδα.

Όσον αφορά τη στήριξη της Πολιτείας; «Παθαίνουμε σχεδόν κάθε χρονιά τελευταία ζημιές, είτε από χαλάζι, ή από τη θερμοκρασία που επηρεάζει την ανθοφορία και την ποιότητα των προϊόντων. Από το κράτος περιμένουμε αποζημιώσεις στο 100% των ζημιών, αλλά αυτό δεν γίνεται ποτέ! Αυτό ζητάμε, ώστε να στηριχθούν περισσότερο και οι νέοι αγρότες» σχολιάζει σχετικά και καταλήγει:« Οι πλημμύρες του περασμένου Σεπτέμβρη προκάλεσαν τη μεγαλύτερη ζημιά που έχουμε πάθει ποτέ. Χάσαμε περισσότερη από τη μισή παραγωγή»…

Γιάννης Τσαντήλας

«Δεν δίνει το κράτος κίνητρο – Πέλεκυς η νέα ΚΑΠ»

Ο Γιάννης Τσαντήλας ασχολείται με την κτηνοτροφία από μικρό παιδί, ωστόσο από τα 25 του είναι επαγγελματίας του κλάδου και ήδη έχει συμπληρώσει δέκα χρόνια έντονης δραστηριοποίησης, με εκτροφή βοοειδών και αιγοπροβάτων. Κάθε μέρα μετακινείται και 3 και 4 φορές προς τους Κωφούς, όπου βρίσκονται οι κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, κάτι που μεταφράζεται σε ένα κόστος 800 και ίσως και παραπάνω ευρώ τον μήνα…

«Το να είσαι κτηνοτρόφος δεν είναι σε καμία περίπτωση εύκολο. Η προσωπική ζωή είναι μειωμένη, πρέπει να ασχολείσαι 365 ημέρες τον χρόνο, πρωί-απόγευμα και δεν επιτρέπεται ν’ αρρωστήσεις. Αν δεν σου αρέσει η κτηνοτροφία, δεν ασχολείσαι. Αν το κάνεις από αγγαρεία, είναι σίγουρο ότι θ’ αποτύχεις» μας λέει.

Οικονομικά, ο Γιάννης σημειώνει ότι κανείς δεν μπορεί να ξεκινήσει χωρίς στήριξη. «Για να ξεκινήσει κανείς από την αρχή θα πρέπει να έχει μεγάλο μπάτζετ, και όποιος έχει μεγάλο μπάτζετ δεν θα γίνει κτηνοτρόφος. Εννοείται ότι πρέπει να έχεις σειρά για να διατηρείς ένα κοπάδι. Από την άλλη, τα προϊόντα είναι… χρηματιστηριακά, και το γάλα και το κρέας» αναφέρει.

Ο ίδιος επένδυσε σε μηχανήματα παραγωγής ζωοτροφών, κάτι που όπως επισημαίνει ακριβοπλήρωσε, αλλά τουλάχιστον του κοστίζει λιγότερο πλέον σε σχέση με την αγορά. «Κάπως καλές είναι οι τιμές στις πρώτες ύλες.

Όσον αφορά τα προϊόντα, η διάθεση κρέατος είναι σε καλύτερα επίπεδα από πέρυσι, αλλά οι τιμές στο γάλα είναι μέτριες, καθώς από το 2024 υποχώρησαν από 5 έως 11 λεπτά, στο πρόβειο γάλα» περιγράφει.

«Όμως η νέα ΚΑΠ είναι πέλεκυς. Τα νέα δεδομένα δείχνουν ότι τα κοπάδια θα μειωθούν αφού κόβονται και οι επιδοτήσεις πάνω από 50%. Αν δεν επιδοτείται αυτήν τη στιγμή ο κτηνοτρόφος δεν μπορεί να θρέψει κοπάδι» συμπληρώνει ο Γιάννης, βλέποντας την κατάσταση να δυσκολεύει.
«Κόβονται όλα, κόβεται κάθε ενίσχυση. Είμαι 35 χρονών και κόπηκε το επίδομα του νέου κτηνοτρόφου. Δηλαδή πόσο χρονών πρέπει να είμαι; Δεν δίνει το κράτος κίνητρο» καταλήγει…

Θανάσης Μπουσινάκης

«Η παραγωγή μελιού φθίνει, τα κόστη είναι μεγάλα»

O Θανάσης Μπουσινάκης έκανε πολλές δουλειές προτού αποφασίσει να γίνει επαγγελματίας μελισσοκόμος. Από τεχνίτης φυσικού αερίου, υδραυλικός και εργαζόμενος στην Εστίαση, αποφάσισε ότι η μελισσοκομία είναι αυτή που του ταιριάζει περισσότερο, και έτσι τα τελευταία δύο χρόνια ασχολείται επαγγελματικά με την παραγωγή προϊόντων μέλισσας, πέρα από τα άλλα τέσσερα έτη που είχε ξεκινήσει παράλληλα με άλλες εργασίες.

«Από τις φωτιές και τις πλημμύρες ο κλάδος υπέστη πολλές ζημιές, κάποιοι έχασαν ακόμη και όλες τις κυψέλες τους και πρέπει ν’ αρχίσουν από το μηδέν» σημειώνει ο Θανάσης, με τη μελισσοκομία όμως να έχει κι άλλα προβλήματα. «Εγώ δεν έχω πολλά χρόνια στον κλάδο και ήδη σ’ αυτά βλέπω κάθε χρονιά την παραγωγή να μειώνεται. Παλαιότεροι συνάδελφοι μάλιστα λένε ότι η παραγωγή μελιού είναι σαφώς πολύ μικρότερη από προηγούμενα έτη» συμπληρώνει.

Μετά είναι και τα κόστη παραγωγής. «Ο εξοπλισμός είναι ακριβός. Τα καύσιμα πάλι στα ύψη, ειδικά η τιμή του πετρελαίου που απασχολεί εμάς» αναφέρει ενώ για το αν υπάρχει στήριξη από την Πολιτεία, σχολιάζει: «Τα τελευταία δύο χρόνια είδαμε κάποια πράγματα. Εγώ όμως, ως νέος μελισσοκόμος περιμένω περισσότερα. Ειδικά τα μέτρα για το αγροτικό πετρέλαιο είναι απολύτως απαραίτητα. Σκεφτείτε ότι ένας μελισσοκόμος μπορεί να μεταφέρει τις κυψέλες του και να τις έχει μοιρασμένες σε τρία και τέσσερα διαφορετικά μέρη»!

Μείζον θέμα και για τον συγκεκριμένο παραγωγικό κλάδο είναι οι ελληνοποιήσεις. «Έρχονται από άλλες χώρες ποσότητες, που κοστίζουν 1-3 ευρώ και παρουσιάζονται στο τέλος (σ.σ. με μείξη με την ντόπια παραγωγή πιθανότατα) ως ελληνικά. Εμείς δεν μπορούμε να διαθέτουμε τα προϊόντα μας σ’ αυτές τις τιμές, γιατί το κόστος παραγωγής είναι ήδη πολύ μεγάλο. Είναι μεγάλο πρόβλημα αυτό» καταλήγει…

Πηγή: magnesianews.gr

Τέλος Άρθρου
Μετάβαση στο περιεχόμενο